Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
désordonné
01
ακατάστατος, αναρχικός
qui n'est pas rangé, qui manque d'ordre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus désordonné
συγκριτικός βαθμός
plus désordonné
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
désordonné
αρσενικό πληθυντικό
désordonnés
θηλυκό ενικό
désordonnée
θηλυκό πληθυντικό
désordonnées
Παραδείγματα
L' enfant a laissé ses jouets désordonnés dans le salon
Το παιδί άφησε τα παιχνίδια του ανακατεμένα στο σαλόνι.
02
αποσπασμένος, συγχυσμένος
qui est troublé, confus dans ses pensées ou ses sentiments
Παραδείγματα
Ils paraissaient désordonnés après l' accident
Φαίνονταν αναστατωμένοι μετά το ατύχημα.



























