Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
désordonné
01
ακατάστατος, αναρχικός
qui n'est pas rangé, qui manque d'ordre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus désordonné
συγκριτικός βαθμός
plus désordonné
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
désordonné
αρσενικό πληθυντικό
désordonnés
θηλυκό ενικό
désordonnée
θηλυκό πληθυντικό
désordonnées
Παραδείγματα
Sa chambre est désordonnée avec des vêtements partout
Το δωμάτιό του είναι ακατάστατο με ρούχα παντού.
02
αποσπασμένος, συγχυσμένος
qui est troublé, confus dans ses pensées ou ses sentiments
Παραδείγματα
Il est désordonné après la mauvaise nouvelle
Είναι αναστατωμένος μετά την κακή είδηση.



























