sordonné
de
de
sor
zɔʁ
zawr
donné
dɔne
dawne
rediffuserferronnierredémarrerquadrupler

Ορισμός και σημασία του "désordonné"στα γαλλικά

désordonné
01

ακατάστατος, αναρχικός

qui n'est pas rangé, qui manque d'ordre 
désordonné definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus désordonné
συγκριτικός βαθμός
plus désordonné
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
désordonné
αρσενικό πληθυντικό
désordonnés
θηλυκό ενικό
désordonnée
θηλυκό πληθυντικό
désordonnées
Παραδείγματα
Sa chambre est désordonnée avec des vêtements partout 

Το δωμάτιό του είναι ακατάστατο με ρούχα παντού.

02

αποσπασμένος, συγχυσμένος

qui est troublé, confus dans ses pensées ou ses sentiments 
Παραδείγματα
Il est désordonné après la mauvaise nouvelle 

Είναι αναστατωμένος μετά την κακή είδηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store