Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
désespéré
01
απελπισμένος, απεγνωσμένος
qui a perdu tout espoir, complètement abattu
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus désespéré
συγκριτικός βαθμός
plus désespéré
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
désespéré
αρσενικό πληθυντικό
désespérés
θηλυκό ενικό
désespérée
θηλυκό πληθυντικό
désespérées
Παραδείγματα
Il était désespéré après avoir perdu son emploi.
Ήταν απελπισμένος αφού έχασε τη δουλειά του.
02
απελπισμένος, αβοήθητος
qui se trouve dans une situation sans issue, totalement incapable d'agir
Παραδείγματα
Il se sent désespéré face aux dettes.
Αισθάνεται απελπισμένος μπροστά στα χρέη.
03
απελπισμένος, λυπημένος
qui ressent de la tristesse ou du regret profond
Παραδείγματα
Il était désespéré d'avoir blessé son ami.
Ήταν απελπισμένος που είχε πληγώσει τον φίλο του.



























