désespéré
désespéré
dezɛspeʁe
dezespere
balbutierparalyserobscuritérégresser

Ορισμός και σημασία του "désespéré"στα γαλλικά

désespéré
01

απελπισμένος, απεγνωσμένος

qui a perdu tout espoir, complètement abattu 
désespéré definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus désespéré
συγκριτικός βαθμός
plus désespéré
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
désespéré
αρσενικό πληθυντικό
désespérés
θηλυκό ενικό
désespérée
θηλυκό πληθυντικό
désespérées
Παραδείγματα
Il était désespéré après avoir perdu son emploi. 

Ήταν απελπισμένος αφού έχασε τη δουλειά του.

02

απελπισμένος, αβοήθητος

qui se trouve dans une situation sans issue, totalement incapable d'agir 
désespéré definition and meaning
Παραδείγματα
Il se sent désespéré face aux dettes. 

Αισθάνεται απελπισμένος μπροστά στα χρέη.

03

απελπισμένος, λυπημένος

qui ressent de la tristesse ou du regret profond 
désespéré definition and meaning
Παραδείγματα
Il était désespéré d'avoir blessé son ami. 

Ήταν απελπισμένος που είχε πληγώσει τον φίλο του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store