le désespoir
désespoir
dezɛspwaʁ
dezespvar
cotillardréservoirabreuvoirécritoire

Ορισμός και σημασία του "désespoir"στα γαλλικά

01

απελπισία, απογοήτευση

sentiment profond de tristesse et d'absence d'espoir 
le désespoir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Il a sombré dans le désespoir après cette mauvaise nouvelle. 

Βυθίστηκε στην απελπισία μετά από αυτά τα άσχημα νέα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store