désertique
désertique
dezɛʁt͡sɪk
dezertsik
anorexiquepériodiqueclassiquesmagnétique

Ορισμός και σημασία του "désertique"στα γαλλικά

désertique
01

ερημικός, ομοιος με έρημο

qui se rapporte au désert ou qui ressemble à un désert 
désertique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
désertique
αρσενικό πληθυντικό
désertiques
θηλυκό ενικό
désertique
θηλυκό πληθυντικό
désertiques
Παραδείγματα
Le climat désertique est très chaud et sec. 

Το κλίμα ερημικό είναι πολύ ζεστό και ξηρό.

02

ερημικός, ακατοίκητος

presque vide de population ou de vie humaine 
désertique definition and meaning
Παραδείγματα
Ce village est désertique en hiver. 

Αυτό το χωριό είναι έρημο το χειμώνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store