Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
désertique
01
ερημικός, ομοιος με έρημο
qui se rapporte au désert ou qui ressemble à un désert
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
désertique
αρσενικό πληθυντικό
désertiques
θηλυκό ενικό
désertique
θηλυκό πληθυντικό
désertiques
Παραδείγματα
Les tempêtes de sable sont fréquentes dans les régions désertiques.
Οι αμμοθύελλες είναι συχνές στις ερημικές περιοχές.
02
ερημικός, ακατοίκητος
presque vide de population ou de vie humaine
Παραδείγματα
Le port est désertique tôt le matin.
Το λιμάνι είναι έρημο νωρίς το πρωί.



























