sabonner
de
de
sa
za
za
bo
baw
nner
ne
ne
désarçonner

Ορισμός και σημασία του "désabonner"στα γαλλικά

désabonner
01

ακυρώσω τη συνδρομή κάποιου, διαγραφή κάποιου από συνδρομή

mettre fin à l'abonnement de quelqu'un afin qu'il ne reçoive plus d'informations, services ou notifications 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
désabonne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
désabonnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
désabonnerai
παθητική μετοχή
désabonné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
désabonnions
Παραδείγματα
Le service a désabonné automatiquement tous les utilisateurs inactifs. 

Η υπηρεσία απεγγραφή αυτόματα όλους τους ανενεργούς χρήστες.

02

ακυρώσω τη συνδρομή, διαγραφώ από τη λίστα

mettre fin à un abonnement pour ne plus recevoir de contenu ou de services 
Παραδείγματα
Je me suis désabonné de la newsletter. 

Απεγγραφήκα από το ενημερωτικό δελτίο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store