Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La dépêche
01
τηλεγράφημα, απόσπασμα
texte bref envoyé par télégraphe, agence de presse ou autre moyen rapide de communication pour informer immédiatement d'un fait ou d'une nouvelle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
dépêches
Παραδείγματα
Les agences de presse transmettent leurs nouvelles sous forme de dépêches.
Τα πρακτορεία ειδήσεων μεταδίδουν τις ειδήσεις τους σε μορφή απεστειλμένων.
02
ανακοίνωση, αποστολή
texte bref transmis par une agence de presse ou un journaliste pour informer rapidement les médias d'un fait d'actualité
Παραδείγματα
Il a relayé la dépêche à tous les rédacteurs du journal.
Προώθησε την ανακοίνωση σε όλους τους συντάκτες της εφημερίδας.



























