le pistage
de
de
pis
pɪs
pis
tage
taʒ
tazh
délestagedépartage

Ορισμός και σημασία του "dépistage"στα γαλλικά

01

έλεγχος, πρόωρη ανίχνευση

action de rechercher une maladie ou un problème de santé avant l'apparition de symptômes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
dépistages
Παραδείγματα
Le dépistage du cancer du sein permet une détection précoce. 

Η εξέταση για τον καρκίνο του μαστού επιτρέπει την πρόωρη ανίχνευση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store