la démission
Pronunciation
/demisjɔ̃/

Ορισμός και σημασία του "démission"στα γαλλικά

01

παραίτηση, αποχώρηση

action de quitter volontairement un poste ou une fonction
la démission definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
démissions
Παραδείγματα
La démission peut être une décision difficile à prendre.
Η παραίτηση μπορεί να είναι μια δύσκολη απόφαση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store