Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La démission
01
παραίτηση, αποχώρηση
action de quitter volontairement un poste ou une fonction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
démissions
Παραδείγματα
La démission peut être une décision difficile à prendre.
Η παραίτηση μπορεί να είναι μια δύσκολη απόφαση.



























