le dément
dément
demɑ̃
demaa
décent

Ορισμός και σημασία του "dément"στα γαλλικά

01

τρελός, μανιακός

personne atteinte de folie ou considérée comme folle 
le dément definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
déments
Παραδείγματα
On l'a pris pour un dément. 

Τον πήραν για τρελό.

01

qui est absurde, insensé, totalement irrationnel 

dément definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus dément
συγκριτικός βαθμός
plus dément
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
dément
αρσενικό πληθυντικό
déments
θηλυκό ενικό
démente
θηλυκό πληθυντικό
démentes
Παραδείγματα
C'est un projet dément, il ne marchera jamais. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store