Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La démence
01
άνοια, τρέλα
trouble mental grave caractérisé par une altération des fonctions cognitives, de la mémoire et du jugement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La démence affecte principalement les personnes âgées.
Η άνοια επηρεάζει κυρίως ηλικιωμένους.
02
τρέλα, ανόητο
état d'irrationalité, de manque de jugement ou de folie dans le comportement
Παραδείγματα
Il a agi avec une totale démence en prenant ce risque.
Ενεργούσε με πλήρη παραφροσύνη παίρνοντας αυτό το ρίσκο.



























