le délinquant
dé
de
ντε
lin
lɛ̃
λε
quant
kɑ̃
κα

Ορισμός και σημασία του "délinquant"στα γαλλικά

Le délinquant
01

παραβάτης, εγκληματίας

personne  qui commet des infractions ou des crimes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
délinquants
αρσενικό ενικό
délinquant
θηλυκό ενικό
délinquante
neutral form
contrevenant
Παραδείγματα
Le délinquant a été arrêté par la police hier soir. 

Ο παραβάτης συνελήφθη από την αστυνομία χθες το βράδυ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store