le délai
Pronunciation
/delɛ/

Ορισμός και σημασία του "délai"στα γαλλικά

Le délai
[gender: masculine]
01

προθεσμία, τελική ημερομηνία

temps fixé pour réaliser une action ou respecter une obligation
le délai definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
délais
Παραδείγματα
Le délai pour payer la facture est dépassé.
Η προθεσμία για την πληρωμή του λογαριασμού έχει παρέλθει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store