Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La dégradation
01
υποβάθμιση, φθορά
perte ou diminution de qualité, valeur ou état
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
dégradations
Παραδείγματα
La dégradation de la qualité de l'eau inquiète les habitants.
Η υποβάθμιση της ποιότητας του νερού ανησυχεί τους κατοίκους.
02
υποβάθμιση, φθορά
altération ou destruction progressive d'un objet, d'un bâtiment, d'un environnement
Παραδείγματα
La dégradation du pont nécessite des réparations urgentes.
Η υποβάθμιση της γέφυρας απαιτεί επείγουσες επισκευές.
03
υποβιβασμός, αποβάθμιση
affaiblissement, perte de statut, de position ou de dignité
Παραδείγματα
La dégradation de son poste l'a beaucoup affecté.
Η υποβάθμιση της θέσης του τον επηρέασε πολύ.
04
διαφθορά, παρακμή
action de corrompre, de rendre mauvais ou nuisible (morale ou sociale)
Παραδείγματα
La dégradation des mœurs inquiète les parents.
Η υποβάθμιση των ηθών ανησυχεί τους γονείς.



























