Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
défectueux
01
ελαττωματικός, ατελής
qui est endommagé, incomplet ou qui ne répond pas aux normes attendues
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus défectueux
συγκριτικός βαθμός
plus défectueux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
défectueux
αρσενικό πληθυντικό
défectueux
θηλυκό ενικό
défectueuse
θηλυκό πληθυντικό
défectueuses
Παραδείγματα
Le logiciel contient un code défectueux.
Το λογισμικό περιέχει ελαττωματικό κώδικα.



























