Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dédier
01
اهدا کردن (کتاب، اثر هنری), تقدیم کردن
γραμματικές πληροφορίες
βοηθητικό ρήμα
avoir
Παραδείγματα
Il m' a dédié son livre.
02
وقف کردن, اختصاص دادن
Παραδείγματα
Dédier ses efforts à l' intérêt public



























