Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dédicacer
01
υπογράφω, αφιερώνω
écrire un message personnalisé dans un livre pour quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dédicace
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
dédicaçons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
dédicacerai
ενεστώτα μετοχή
dédicaçant
παθητική μετοχή
dédicacé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dédicaçions
Παραδείγματα
Elle a dédicacé son roman à sa meilleure amie.
Αφιέρωσε το μυθιστόρημά της στην καλύτερή της φίλη.



























