dédicacer
Pronunciation
/dedikase/

Ορισμός και σημασία του "dédicacer"στα γαλλικά

dédicacer
01

υπογράφω, αφιερώνω

écrire un message personnalisé dans un livre pour quelqu'un
dédicacer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dédicace
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
dédicaçons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
dédicacerai
ενεστώτα μετοχή
dédicaçant
παθητική μετοχή
dédicacé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dédicaçions
Παραδείγματα
Elle a dédicacé son roman à sa meilleure amie.
Αφιέρωσε το μυθιστόρημά της στην καλύτερή της φίλη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store