Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le découvert
[gender: masculine]
01
υπέρβαση, υπέρβαση πιστωτικού ορίου
somme d'argent retirée d'un compte au-delà du montant disponible, avec autorisation ou non de la banque
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
découverts
Παραδείγματα
Elle essaie d' éviter le découvert en contrôlant ses dépenses.
Προσπαθεί να αποφύγει την υπέρβαση ελέγχοντας τις δαπάνες της.
découvert
01
ακάλυπτος, ανακαλυμμένος
qui n'est pas recouvert, protégé ou caché, souvent visible ou à nu
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus découvert
συγκριτικός βαθμός
plus découvert
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
découvert
αρσενικό πληθυντικό
découverts
θηλυκό ενικό
découverte
θηλυκό πληθυντικό
découvertes
Παραδείγματα
Son visage était découvert, sans chapeau ni masque.
Το πρόσωπό του ήταν ακάλυπτο, χωρίς καπέλο ή μάσκα.



























