le couvert
de
de
cou
ku
koo
vert
vɛʁ
ver

Ορισμός και σημασία του "découvert"στα γαλλικά

01

υπέρβαση, υπέρβαση πιστωτικού ορίου

somme d'argent retirée d'un compte au-delà du montant disponible, avec autorisation ou non de la banque 
le découvert definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
découverts
Παραδείγματα
Il a un découvert de 300 euros sur son compte. 

Έχει μια υπέρβαση 300 ευρώ στον λογαριασμό του.

découvert
01

ακάλυπτος, ανακαλυμμένος

qui n'est pas recouvert, protégé ou caché, souvent visible ou à nu 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus découvert
συγκριτικός βαθμός
plus découvert
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
découvert
αρσενικό πληθυντικό
découverts
θηλυκό ενικό
découverte
θηλυκό πληθυντικό
découvertes
Παραδείγματα
Le jardin est découvert, sans arbres ni abris. 

Ο κήπος είναι ακάλυπτος, χωρίς δέντρα ή καταφύγια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store