le découragement
dé
de
ντε
cou
ku
κου
rage
ʁaʒ
ραζ
ment
mã
μã
décourageant

Ορισμός και σημασία του "découragement"στα γαλλικά

Le découragement
01

αποθάρρυνση, απογοήτευση

sentiment de perte d'enthousiasme ou de motivation 
le découragement definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le découragement l'a empêché de continuer ses études. 

Η αποθάρρυνση τον εμπόδισε να συνεχίσει τις σπουδές του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store