le découragement

Ορισμός και σημασία του "découragement"στα γαλλικά

Le découragement
01

αποθάρρυνση, απογοήτευση

sentiment de perte d'enthousiasme ou de motivation
le découragement definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Les critiques constantes provoquent le découragement des employés.
Οι συνεχείς κριτικές προκαλούν τηναποθάρρυνση των εργαζομένων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store