découper
Pronunciation
/dekupe/

Ορισμός και σημασία του "découper"στα γαλλικά

découper
01

κόβω, τεμαχίζω

diviser en morceaux avec un outil tranchant
découper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
découpe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
découpons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
découperai
ενεστώτα μετοχή
découpant
παθητική μετοχή
découpé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
découpions
Παραδείγματα
Je découpe le pain avec un couteau.
Κόβω το ψωμί με ένα μαχαίρι.
02

αποκόπτω προσεκτικά, κόβω με προσοχή

découper avec soin pour créer une forme
découper definition and meaning
Παραδείγματα
J' ai découpé la photo pour la mettre dans un cadre.
Έκοψα τη φωτογραφία για να την βάλω σε ένα πλαίσιο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store