Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
découper
01
κόβω, τεμαχίζω
diviser en morceaux avec un outil tranchant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
découpe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
découpons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
découperai
ενεστώτα μετοχή
découpant
παθητική μετοχή
découpé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
découpions
Παραδείγματα
Je dois découper le poulet pour la salade.
Πρέπει να κόψω το κοτόπουλο για τη σαλάτα.
02
αποκόπτω προσεκτικά, κόβω με προσοχή
découper avec soin pour créer une forme
Παραδείγματα
Il découpe une étoile dans du carton.
Αυτός κόβει ένα αστέρι από χαρτόνι.



























