décoiffer
décoiffer
dekwafe
dekvafe
balbutierdésespéréparalyserobscurité

Ορισμός και σημασία του "décoiffer"στα γαλλικά

décoiffer
01

κάνει μεγάλη εντύπωση, συγχίζει

créer un grand effet, impressionner fortement 
décoiffer definition and meaning
Παραδείγματα
Cette pub décoiffe vraiment. 

Αυτή η διαφήμιση συγκλονίζει πραγματικά.

02

ανακατώνω τα μαλλιά, χαλάω το χτένισμα

troubler ou déranger la coiffure de quelqu'un 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
décoiffe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
décoiffons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
décoifferai
ενεστώτα μετοχή
décoiffant
παθητική μετοχή
décoiffé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
décoiffions
Παραδείγματα
Le vent a décoiffé ses cheveux. 

Ο άνεμος ανακατέψαμε τα μαλλιά της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store