Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
décoiffer
01
κάνει μεγάλη εντύπωση, συγχίζει
créer un grand effet, impressionner fortement
Παραδείγματα
Cette pub décoiffe vraiment.
Αυτή η διαφήμιση συγκλονίζει πραγματικά.
02
ανακατώνω τα μαλλιά, χαλάω το χτένισμα
troubler ou déranger la coiffure de quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
décoiffe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
décoiffons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
décoifferai
ενεστώτα μετοχή
décoiffant
παθητική μετοχή
décoiffé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
décoiffions
Παραδείγματα
Le vent a décoiffé ses cheveux.
Ο άνεμος ανακατέψαμε τα μαλλιά της.



























