décoiffer
Pronunciation
/dekwafˈe/

Ορισμός και σημασία του "décoiffer"στα γαλλικά

décoiffer
01

κάνει μεγάλη εντύπωση, συγχίζει

créer un grand effet, impressionner fortement
décoiffer definition and meaning
Παραδείγματα
Leur performance décoiffe le public.
Η απόδοσή τους συγκλονίζει το κοινό.
02

ανακατώνω τα μαλλιά, χαλάω το χτένισμα

troubler ou déranger la coiffure de quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
décoiffe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
décoiffons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
décoifferai
ενεστώτα μετοχή
décoiffant
παθητική μετοχή
décoiffé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
décoiffions
Παραδείγματα
La pluie a décoiffé tout le monde à l' extérieur.
Η βροχή ανακατέψαμε τα μαλλιά όλων έξω.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store