Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La décharge
01
libération brusque d'énergie, notamment électrique, provoquant un choc ou une sensation violente
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Il a reçu une décharge électrique en touchant le câble.



























