Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La décadence
01
παρακμή, παρακμιακή κατάσταση
dégradation progressive d'une société, d'une culture ou d'une personne, marquée par la perte de valeur, de moralité ou de puissance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La décadence politique a affaibli le gouvernement.
Η πολιτική παρακμή αποδυνάμωσε την κυβέρνηση.



























