Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
débuter
01
commencer une action, une activité ou un événement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
ενεστώτα μετοχή
débutant
παθητική μετοχή
débuté
Παραδείγματα
Le cours débutera par une introduction au sujet.



























