Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
débutant
01
αρχάριος, νεοφερμένος
qui commence à apprendre ou à pratiquer quelque chose, qui est novice
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus débutant
συγκριτικός βαθμός
plus débutant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
débutant
αρσενικό πληθυντικό
débutants
θηλυκό ενικό
débutante
θηλυκό πληθυντικό
débutantes
Παραδείγματα
Il est débutant en français.
Le débutant
01
αρχάριος, νεοφερμένος
personne qui commence à apprendre ou à pratiquer quelque chose, qui est novice
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
débutants
Παραδείγματα
Il est un débutant en français.
Είναι αρχάριος στα γαλλικά.



























