débiteur
Pronunciation
/debitœʀ/

Ορισμός και σημασία του "débiteur"στα γαλλικά

01

οφειλέτης, υποχρεωμένος

personne ou entité qui doit de l'argent à quelqu'un ou qui a une obligation à remplir
débiteur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
débiteur
αρσενικό πληθυντικό
débiteurs
θηλυκό ενικό
débitrice
θηλυκό πληθυντικό
débirices
Παραδείγματα
Le juge a ordonné au débiteur de vendre ses biens.
Ο δικαστής διέταξε τον οφειλέτη να πουλήσει τα περιουσιακά του στοιχεία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store