Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
débiteur
01
οφειλέτης, υποχρεωμένος
personne ou entité qui doit de l'argent à quelqu'un ou qui a une obligation à remplir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
débiteur
αρσενικό πληθυντικό
débiteurs
θηλυκό ενικό
débitrice
θηλυκό πληθυντικό
débirices
Παραδείγματα
Le débiteur doit rembourser la somme avant la fin du mois.
Ο οφειλέτης πρέπει να αποπληρώσει το ποσό πριν από το τέλος του μήνα.



























