biteur
de
de
bi
bi
teur
tœʁ
toer
délateurdébiter

Ορισμός και σημασία του "débiteur"στα γαλλικά

01

οφειλέτης, υποχρεωμένος

personne ou entité qui doit de l'argent à quelqu'un ou qui a une obligation à remplir 
débiteur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
débiteur
αρσενικό πληθυντικό
débiteurs
θηλυκό ενικό
débitrice
θηλυκό πληθυντικό
débirices
Παραδείγματα
Le débiteur doit rembourser la somme avant la fin du mois. 

Ο οφειλέτης πρέπει να αποπληρώσει το ποσό πριν από το τέλος του μήνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store