la douce
douce
dʊs
doos
doutedouvedouzedouche

Ορισμός και σημασία του "douce"στα γαλλικά

01

αγάπη μου, γλυκιά μου

personne au caractère agréable et gentil 
la douce definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
douces
αρσενικό ενικό
doux
θηλυκό ενικό
douce
neutral form
personne douce
Παραδείγματα
Ma petite douce vient toujours me réconforter. 

Το μικρό μου γλυκό έρχεται πάντα να με παρηγορήσει.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store