Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La doublure
01
επένδυση, επίστρωση
tissu intérieur d'un vêtement, d'un sac ou d'un accessoire, destiné à protéger, renforcer ou embellir
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
doublures
Παραδείγματα
Le tissu extérieur et la doublure sont cousus soigneusement.
Το εξωτερικό ύφασμα και η επένδυση είναι ραμμένα προσεκτικά.
02
αντικαταστάτης ηθοποιού, κασκαντέρ
personne qui remplace un acteur ou une actrice, souvent pour les cascades, les scènes difficiles ou dangereuses
Παραδείγματα
La doublure permet de protéger les acteurs lors des cascades.
Ο αντικαταστάτης επιτρέπει την προστασία των ηθοποιών κατά τις επικίνδυνες σκηνές.



























