Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
doubler
01
προσπερνώ, ξεπεράσω
dépasser quelqu'un ou quelque chose, souvent en conduisant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
double
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
doublons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
doublerai
ενεστώτα μετοχή
doublant
παθητική μετοχή
doublé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
doublions
Παραδείγματα
Il a doublé la voiture devant lui sur l'autoroute.
Προσπέρασε το αυτοκίνητο μπροστά του στην εθνική οδό.
02
multiplier par deux, rendre deux fois plus grand
Παραδείγματα
L'entreprise a doublé ses profits cette année.
03
ντουμπλάρω, δανείζω τη φωνή μου
prêter sa voix pour une traduction, une version doublée ou une correction sonore
Παραδείγματα
Elle double ce personnage dans la version française.
Κάνει τη μεταγλώττιση αυτού του χαρακτήρα στη γαλλική έκδοση.



























