Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
doubler
01
προσπερνώ, ξεπεράσω
dépasser quelqu'un ou quelque chose, souvent en conduisant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
double
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
doublons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
doublerai
ενεστώτα μετοχή
doublant
παθητική μετοχή
doublé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
doublions
Παραδείγματα
Il est interdit de doubler dans cette zone.
Απαγορεύεται η προσπέραση σε αυτήν την περιοχή.
02
multiplier par deux, rendre deux fois plus grand
Παραδείγματα
La population de la ville a doublé depuis 2000.
03
ντουμπλάρω, δανείζω τη φωνή μου
prêter sa voix pour une traduction, une version doublée ou une correction sonore
Παραδείγματα
Je dois doubler une scène ce soir.
Πρέπει να ντουμπλάρω μια σκηνή απόψε.



























