Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
doper
01
ντόπινγκ, χορήγηση αναβολικών ουσιών
donner une substance pour augmenter la performance, souvent illégalement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dope
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
dopons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
doperai
ενεστώτα μετοχή
dopant
παθητική μετοχή
dopé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dopions
Παραδείγματα
Certains sportifs dopent pour améliorer leurs résultats.
Μερικοί αθλητές κάνουν ντόπινγκ για να βελτιώσουν τα αποτελέσματά τους.



























