Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le dopage
01
ντόπινγκ, χρήση απαγορευμένων ουσιών
usage de substances interdites pour améliorer les performances
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le dopage est strictement interdit dans le sport professionnel.
Η ντόπινγκ απαγορεύεται αυστηρά στον επαγγελματικό αθλητισμό.
02
ντοπάρισμα, τεχνητή ενίσχυση
action d'augmenter artificiellement les capacités ou performances
Παραδείγματα
Le dopage économique a permis une relance rapide du marché.
Η οικονομική ντόπινγκ επέτρεψε μια γρήγορη ανάκαμψη της αγοράς.



























