la difficulté
di
di
di
ffi
fi
fi
cu
ky
ky
lté
lte
lte

Ορισμός και σημασία του "difficulté"στα γαλλικά

La difficulté
01

δυσκολία, πρόβλημα

situation ou chose qui pose un problème et rend l'action compliquée 
la difficulté definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
difficultés
Παραδείγματα
Il a rencontré une difficulté en réparant la machine. 

Συνάντησε μια δυσκολία κατά την επισκευή του μηχανήματος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store