Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La dictature
01
δικτατορία, τυραννία
régime dans lequel une personne ou un groupe détient le pouvoir sans contrôle démocratique ni liberté politique
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
dictatures
Παραδείγματα
La dictature militaire a duré dix ans dans ce pays.
Η στρατιωτική δικτατορία διήρκεσε δέκα χρόνια σε αυτή τη χώρα.
Λεξικό Δέντρο
dictature
dict



























