Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La diarrhée
01
διάρροια, εξώθηση
évacuation fréquente et liquide des selles, souvent causée par une infection ou une irritation digestive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La diarrhée peut être causée par une infection alimentaire.
Η διάρροια μπορεί να προκληθεί από τροφική δηλητηρίαση.



























