la diarrhée
diarrhée
djaʁe
dyare
marrersoiréegarercarré

Ορισμός και σημασία του "diarrhée"στα γαλλικά

01

διάρροια, εξώθηση

évacuation fréquente et liquide des selles, souvent causée par une infection ou une irritation digestive 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La diarrhée peut être causée par une infection alimentaire. 

Η διάρροια μπορεί να προκληθεί από τροφική δηλητηρίαση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store