Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le diaphragme
01
διάφραγμα, μυς του διαφράγματος
muscle en forme de dôme qui sépare la poitrine de l'abdomen et aide à la respiration
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
diaphragmes
Παραδείγματα
Des tensions peuvent se former dans le diaphragme.
Οι τάσεις μπορούν να σχηματιστούν στο διάφραγμα.
02
διάφραγμα, άνοιγμα
dispositif réglable dans un appareil photo qui contrôle la quantité de lumière entrant
Παραδείγματα
Les diaphragmes varient selon les objectifs.
Τα διάφραγμα ποικίλλουν ανάλογα με τους φακούς.



























