Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le diamètre
01
διάμετρος, τμήμα που διέρχεται από το κέντρο ενός κύκλου
segment passant par le centre d'un cercle et reliant deux points de sa circonférence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
diamètres
Παραδείγματα
Le diamètre de ce cercle est de 10 cm.
Η διάμετρος αυτού του κύκλου είναι 10 cm.



























