deuxième
deu
dø
deu
xième
zjɛm
zyem

Ορισμός και σημασία του "deuxième"στα γαλλικά

01

δεύτερος

qui vient après le premier dans l'ordre ou dans le temps 
deuxième definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
deuxième
αρσενικό πληθυντικό
deuxièmes
θηλυκό ενικό
deuxième
θηλυκό πληθυντικό
deuxièmes
θεματικό πεδίο
ordre, position, séquence
Παραδείγματα
C'est ma deuxième tentative pour réussir l'examen. 

Αυτή είναι η δεύτερη προσπάθειά μου να περάσω τις εξετάσεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store