Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La destruction
01
καταστροφή, εξολόθρευση
action de détruire ou d'anéantir quelque chose, entraînant des dégâts ou la ruine
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La guerre a entraîné la destruction complète du village.
Ο πόλεμος οδήγησε στην πλήρη καταστροφή του χωριού.
Λεξικό Δέντρο
autodestruction
destruction
destruct



























