Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le destrier
01
πολεμικό άλογο, άλογο ιππότη
cheval de guerre ou de tournoi, monté par les chevaliers au Moyen Âge
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
destriers
Παραδείγματα
Le chevalier monte son destrier avant la bataille.
Ο ιππότης ανεβαίνει στον ντεστριέ του πριν από τη μάχη.



























