destiner
Pronunciation
/dɛstine/

Ορισμός και σημασία του "destiner"στα γαλλικά

destiner
01

προορίζω, σκοπεύω

prévoir quelque chose ou quelqu'un pour un usage ou une personne spécifique
destiner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
destine
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
destinons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
destinerai
ενεστώτα μετοχή
destinant
παθητική μετοχή
destiné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
destinions
Παραδείγματα
Le message est destiné à tout le personnel.
Το μήνυμα προορίζεται για όλο το προσωπικό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store