Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
destiner
01
προορίζω, σκοπεύω
prévoir quelque chose ou quelqu'un pour un usage ou une personne spécifique
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
destine
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
destinons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
destinerai
ενεστώτα μετοχή
destinant
παθητική μετοχή
destiné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
destinions
Παραδείγματα
Le message est destiné à tout le personnel.
Το μήνυμα προορίζεται για όλο το προσωπικό.



























