Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dessiner
01
σχεδιάζω, ζωγραφίζω
représenter une image ou une forme au moyen de traits, souvent avec un crayon ou un stylo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dessine
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
dessinons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
dessinerai
ενεστώτα μετοχή
dessinant
παθητική μετοχή
dessiné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dessinions
Παραδείγματα
Ils dessinent un plan de la maison.
Αυτοί σχεδιάζουν ένα σχέδιο του σπιτιού.



























