Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le demi-cercle
[gender: masculine]
01
ημικύκλιο, μισός κύκλος
figure géométrique formée par la moitié d'un cercle
Παραδείγματα
Le demi-cercle sert de base pour ce projet architectural.
Ο ημικύκλιο χρησιμεύει ως βάση για αυτό το αρχιτεκτονικό έργο.



























