Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
curieux
01
περίεργος, αναζητητικός
qui veut savoir ou apprendre des choses nouvelles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus curieux
συγκριτικός βαθμός
plus curieux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
curieux
αρσενικό πληθυντικό
curieux
θηλυκό ενικό
curieuse
θηλυκό πληθυντικό
curieuses
Παραδείγματα
Le garçon est très curieux de tout.
Το αγόρι είναι πολύ περίεργο για τα πάντα.
02
περίεργος, αδιάκριτος
qui s'intéresse trop aux affaires des autres, sans y être invité
Παραδείγματα
Elle est trop curieuse sur la vie des voisins.
Είναι πολύ περίεργη για τη ζωή των γειτόνων.
03
παράξενος, περίεργος
qui est inhabituel, étrange ou surprenant
Παραδείγματα
C'est un comportement curieux.
Είναι μια παράξενη συμπεριφορά.



























