cultivé
cul
kʏlt͡
κüλτ
ti
si
σι
vé
ˈve
βε
cultiver

Ορισμός και σημασία του "cultivé"στα γαλλικά

01

μορφωμένος, εκπαιδευμένος

qui possède une bonne éducation et des connaissances variées 
cultivé definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus cultivé
συγκριτικός βαθμός
plus cultivé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cultivé
αρσενικό πληθυντικό
cultivés
θηλυκό ενικό
cultivée
θηλυκό πληθυντικό
cultivées
θεματικό πεδίο
éducation, culture, savoir
Παραδείγματα
C'est une personne cultivée qui aime discuter de littérature. 

Είναι ένα μορφωμένο άτομο που του αρέσει να συζητά λογοτεχνία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store