Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cuisiner
01
μαγειρεύω, ετοιμάζω φαγητό
préparer des aliments pour les manger
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
cuisine
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
cuisinons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
cuisinerai
ενεστώτα μετοχή
cuisinant
παθητική μετοχή
cuisiné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
cuisinions
Παραδείγματα
Il ne cuisine jamais, il commande toujours.
Δεν μαγειρεύει ποτέ, παραγγέλνει πάντα.



























