cuisiner
Pronunciation
/kɥizine/

Ορισμός και σημασία του "cuisiner"στα γαλλικά

cuisiner
01

μαγειρεύω, ετοιμάζω φαγητό

préparer des aliments pour les manger
cuisiner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
cuisine
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
cuisinons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
cuisinerai
ενεστώτα μετοχή
cuisinant
παθητική μετοχή
cuisiné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
cuisinions
Παραδείγματα
Il ne cuisine jamais, il commande toujours.
Δεν μαγειρεύει ποτέ, παραγγέλνει πάντα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store