le cuisinier
cui
kɥi
κουι
sin
zin
ζιν
ier
je
γε
cuisiner

Ορισμός και σημασία του "cuisinier"στα γαλλικά

01

μάγειρας, σεφ

personne  qui prépare et cuisine les aliments 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cuisiniers
αρσενικό ενικό
cuisinier
θηλυκό ενικό
cuisinière
neutral form
personne de cuisine
Παραδείγματα
Le cuisinier prépare un délicieux repas. 

Ο μάγειρας ετοιμάζει ένα νόστιμο γεύμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store