Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cubique
01
κυβικός, σε σχήμα κύβου
qui a la forme d'un cube ou relatif à un cube
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cubique
αρσενικό πληθυντικό
cubiques
θηλυκό ενικό
cubique
θηλυκό πληθυντικό
cubiques
Παραδείγματα
Le néon éclaire la pièce avec une lumière cubique intéressante.



























