le crâne
Pronunciation
/kʀɑn/

Ορισμός και σημασία του "crâne"στα γαλλικά

01

κρανίο, κρανιακό κουτί

structure osseuse de la tête qui protège le cerveau
le crâne definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
crânes
Παραδείγματα
Les crânes trépanés trouvés sur ce site prouvent que nos ancêtres pratiquaient la chirurgie crânienne.
Τα τρυπημένα κρανία που βρέθηκαν σε αυτόν τον τόπο αποδεικνύουν ότι οι πρόγονοί μας ασκούσαν κρανιακή χειρουργική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store