Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La cruauté
01
αγριότητα, αυστηρότητα
manque de compassion ou de douceur dans les actions ou les paroles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La cruauté de son jugement a surpris les accusés.
Η σκληρότητα της απόφασής του εξέπληξε τους κατηγορούμενους.
02
αγριότητα, απανθρωπιά
comportement ou attitude qui cause de la souffrance physique ou morale à autrui
Παραδείγματα
La cruauté de ce tyran était sans limite.
Η σκληρότητα αυτού του τυράννου ήταν απεριόριστη.
03
caractère extrême, brutal ou violent d'une situation ou d'un événement
Παραδείγματα
La cruauté du vent d'hiver est difficile à supporter.



























