Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
croyant
01
θρησκευτικός, πιστός
qui adhère à une religion et pratique ses croyances
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus croyant
συγκριτικός βαθμός
plus croyant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
croyant
αρσενικό πληθυντικό
croyants
θηλυκό ενικό
croyante
θηλυκό πληθυντικό
croyantes
Παραδείγματα
Un médecin croyant peut refuser certaines interventions.
Ένας πιστός γιατρός μπορεί να αρνηθεί ορισμένες παρεμβάσεις.



























